Θέατρο Info.gr . Τα πάντα για το θέατρο.
Ο ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

ΠΙΣΩ

 

Ο ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΩΝ
ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Η συστηματική κριτική των παραστάσεων του Βασιλικού Θεάτρου από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο στο περιοδικό «Παναθήναια»(1) μαρτυρά το αδιάκοπο ενδιαφέρον του για τον επίσημο καλλιτεχνικό θεσμό της χώρας στις αρχές του εικοστού αιώνα. Με αυστηρά, συχνά καυστικά σχόλια καταθέτει δημοσίως τους προβληματισμούς του για την πορεία του θεάτρου από τα πρώτα κιόλας δείγματα γραφής του, προβάλλοντας παράλληλα, την προσωπική του θέση για τον ρόλο που οφείλει -ένας τέτοιος οργανισμός- να διαδραματίζει στην πνευματική ζωή του τόπου. Στο κριτικό σημείωμα των εγκαινίων του Βασιλικού Θεάτρου(2) ενθουσιασμένος θα σπεύσει να εξάρει την μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά του θεατρικού οικοδομήματος, διαλύοντας συνάμα τους ισχυρισμούς ορισμένων συμπολιτών του «ότι ο Βασιλεύς ίδρυσεν εν θέατρον προς ατομικήν τέρψιν του» και «ότι το ονόμασε Βασιλικόν δια να μη έχη κανείς το δικαίωμα να παρέμβη εις την καλαισθησίαν του».

 

Η ΔΙΑΨΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

Θα μεσολαβήσουν λίγοι μήνες ώσπου αγανακτισμένος πλέον από το επίπεδο που παρουσιάζει το ίδρυμα θα δημοσιεύσει μια ανοικτή επιστολή «προς την Αυτού Μεγαλειότητα, τον ΒΑΣΙΛΕΑ»(3) υπογεγραμμένη με το όνομά του(4). Στο παραπάνω «υπόμνημα» θα εστιάσει στην «ατυχή» κατάρτιση του ιδρύματος όσο αναφορά στη διεύθυνση, το θίασο, την επιτροπή και το δραματολόγιο. Η διάψευση του «ωραίου ονείρου» έγκειται κυρίως στην προσέλκυση των φίλων των «ελαφρών θεαμάτων, των ευκόλων γελώτων» και στην «υποφωτισμένην διδασκαλίαν» αδύνατων, έτσι κι αλλιώς, έργων που δε συνάδουν με το επιθυμητό πνεύμα της πρώτης τη τάξει θεατρικής σκηνής της χώρας. Στρέφεται ονομαστικά εναντίον του καλλιτεχνικού διευθυντή, Αγγέλου Βλάχου, ο οποίος εξαρχής «δεν ηκούσθη ευμενώς» αλλά και του γραμματέα του, Στέφανου Στεφάνου, τον οποίο κατηγορεί απροκάλυπτα για υπεροψία και ανικανότητα συνεργασίας με αξιόλογα άτομα που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν στην επίτευξη του δύσκολου στόχου. Ζητά την ανασύνταξη της κριτικής επιτροπής και δε διστάζει να προτείνει λόγιους της δικής του εκτίμησης(5) που δύναται να χειριστούν τα πρόωρα προβλήματα του θεάτρου. Επισημαίνει δε πως υπάρχουν διάφορες κατηγορίες θεάτρων και πως στο Βασιλικό αξίζει η ένταξη στην πρώτη και μόνο σε αυτήν. Με την ελπίδα ότι οι προτάσεις του θα μελετηθούν και θα ληφθούν σοβαρά υπόψη από τους επικεφαλείς του Θεάτρου συνεχίζει να παρακολουθεί την εξέλιξη της πορείας του, χρησιμοποιώντας αιχμηρή γλώσσα όποτε το θέαμα τον προκαλεί να εξαπολύσει επίθεση κατά παντός υπευθύνων.

Η μεγαλύτερη αντίρρηση του έγκειται στην επιλογή των έργων χαρακτηρίζοντάς τα «σχεδόν χθεσινά» ή «γηραλέα»(6) ενώ επιμένει πως «η χαώδης κατάστασις εξακολουθεί» να ισχύει και μετά τη δημοσιοποίηση του υπομνήματος, με φάρσες, κωμειδύλλια και «αναληθείς» μεταφράσεις ξένων κειμένων. Ζητά ακόμη τον παραδειγματισμό της διεύθυνσης από το έργο της «Νέας Σκηνής» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, ακολουθώντας τις επιλογές του στο δραματολόγιο και εξορίζοντας «δια παντός τους Μπισσών, τους Εννερύ, τους Ωζιέ»(7). Το μεταφραστικό ζήτημα αξίζει να σημειωθεί πως τον απασχολεί ιδιαιτέρως καθ’όλη τη διάρκεια λειτουργίας του θεάτρου και στέκεται πάντα επικριτικά απέναντί του. Τα ελληνικά, ωστόσο, θεατρικά έργα του προκαλούν απορία για τους τρόπους ένταξής τους στο ρεπερτόριο του Βασιλικού, αποκαλύπτοντας δίχως ενδοιασμούς τους μηχανισμούς(8) παρουσίασης μέτριων έργων με αποτέλεσμα να διατυμπανίζει κάθε τόσο την οργή και το θυμό του για την κατάσταση αυτή.

Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ

Ο αναγνώστης τούτων των κριτικών σημειωμάτων κατανοεί εν μέρει την οξυθυμία του Ξενόπουλου όταν συλλογιστεί την πρωταρχική του ιδιότητα, τη συγγραφική. Ο ίδιος θα χαμηλώσει τους τόνους, δύο χρόνια μετά το περίφημο «υπόμνημα», όταν στο «Νέο Δραματολόγιον»(9) συμπεριληφθεί η δική του μετάφραση για το έργο «Μόνναν Βάνναν». Τότε πια θα αναφωνήσει πως «έπιασαν τόπο οι παρατηρήσεις» του, ότι επιτέλους έγινε «σοβαρότερη δουλειά» και πως ο προγραμματισμός εκείνης της περιόδου συγκροτήθηκε «κατά τα 4/5 με έργα πρώτης τάξεως, πρωτότυπα ή δοσμένα σε γνωστούς μεταφραστές». Ιδιαίτερη μνεία θα επιφυλάξει στις πρώτες παραστάσεις αρχαίου δράματος αν και δεν συμφωνεί με το τόλμημα της εποχής(10).

Γοητευμένος από την «πλούσια και αληθώς βασιλική» σκηνοθεσία στην «πολύκροτον Ορέστειαν» θα υποστηρίξει και άλλη «τελειοτέρα παράστασις εξ όσων είδαμε έως τώρα οι Αθηναίοι» τον Οιδίποδα Τύραννο με τον «άψογο, λαμπρό, σχεδόν τέλειο» Φυρστ. Αυτή ήταν και η κορυφαία εκδήλωση του ενθουσιασμού του για παράσταση και ηθοποιό του Βασιλικού Θεάτρου. Αναλωμένος στην εκτενή δραματουργική ανάλυση των έργων ο Ξενόπουλος εξακολουθεί να συγκεντρώνει μέχρι τα 1909 στη θεατρική στήλη των Παναθηναίων σε μία μόνο παράγραφο (στο τέλος του κειμένου) την γνώμη του για την παράσταση, αποφεύγοντας συχνά να κατονομάσει τους ηθοποιούς ενώ τις πιο πολλές φορές αν όχι όλες δεν παραλείπει να αναφερθεί με εγκωμιαστικά σχόλια στον σκηνικό διάκοσμο, ο οποίος τον εντυπωσιάζει περισσότερο από κάθε άλλο στοιχείο των παραστάσεων του Βασιλικού Θεάτρου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Στο περιοδικό του Κίμωνα Μιχαηλίδη Παναθήναια γράφει κριτική θεάτρου από το 1901 μέχρι και το 1909 οπότε και συνεχίζει στην εφημερίδα Αθήναι του Γεωργίου Πωπ.
2. Το θέατρο σε σχέδια Ερνέστου Τσίλερ εγκαινιάστηκε τον Νοέμβριο του 1901.
3. 15 Απριλίου 1902.
4. Στα πρώτα του κριτικά κείμενα υπογράφει ως Βασίλειος Σκηνίτης.
5. Αναφέρει πρωτίστως τον Κ. Χρηστομάνο από την «Νέα Σκηνή» και συνεχίζει με τους Κ. Παλαμά, Γ. Δροσίνη, Δ. Κακλαμάνο, Α. Κουρτίδη, Π. Αποστολίδη (Π. Νιρβάνα), Ν. Επισκοπόπουλο.
6. «Θεατρική Ζωή. Νέα Σκηνή: Η Λοκαντιέρα του Γολδόνη-Βασιλικόν Θέατρον: Η νέα κριτική Επιτροπή», Παναθήναια 3 (1901-1901), σ.198-201.
7. ό.π.
8. «Θεατρική Ζωή. Βασιλικόν Θέατρον:Οι Ερασιτέχναι της ζωής, κωμωδία εις πράξεις τρεις υπό Γεωργίου Πωπ, Παναθήναια 3 (1901-1902), σ. 360-362.
9. Θεατρική Ζωή. Νέα Σκηνή: Οι Κούρδοι, δράμα εις τρεις πράξεις, υπό Γιάννη Καμπύση- Η μετάφρασις της Αλκήστιδος-Βασιλικόν Θέατρον: Το νέον δραματολόγιον», Παναθήναια 7 (1903-1904), σ. 22-24.
10. «Θεατρική Ζωή. Βασιλικόν Θέατρον: Η Ορέστεια του Αισχύλου, κατά μετάφρασιν του κ. Γ. Σωτηριάδου-Νέα Σκηνή: Η Αντιγόνη του Σοφοκλέους, κατά μετάφρασιν του κ. Κ. Χρηστομάνου», Παναθήναια 7 (1903-1904), σ. 86-89 και Θεατρική Ζωή. Βασιλικόν Θέατρον: Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλέους, κατά μετάφρασιν του κ. Αγγέλου Βλάχου», Παναθήναια 7 (1903-1904), σ. 148-150

Δημήτρης Φοινίτσης

Το www.theaterinfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στο θέατρο. Τα πάντα για το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, μια δημιουργία του www.internetinfo.gr.

INTERNETINFO © ΘΕΑΤΡΟ INFO.GR