Θέατρο Info.gr . Τα πάντα για το θέατρο.

Η συνέντευξη

ΣΙΝΕΜΑ INFO.GR. Ένα website αφιερωμένο στον κινηματογράφο.

Περίληψη έργου

Η Νάντια είναι μία επιτυχημένη τραγουδίστρια στο χώρο του έντεχνου. Ένας νεαρός δημοσιογράφος φτάνει στην οικία της για να πάρει μια συνέντευξη με αφορμή την έκδοση της αυτοβιογραφίας της. Η Νάντια απαντά διπλωματικά στις ερωτήσεις του ώσπου αρχίζουν να αποκαλύπτονται ιστορίες του παρελθόντος, οι οποίες την αναγκάζουν να αφεθεί σε μια ανεπιτήδευτη εξομολόγηση. Η έκβαση της συνέντευξης, μη αναμενόμενη και σαρωτική, θα την οδηγήσει σε κάποιες αλήθειες της ζωής της.

Μικέλα Φερούση
τηλ.επικοινωνίας: 6934759552
e-mail: mikelaferoussi@yahoo.gr

Διεύθυνση: Σαράντα Εκκλησιών 40, Ν.Σμύρνη, Αθήνα  17124

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 

(Σαλόνι σπιτιού. Δύο πολυθρόνες, ένας καναπές κι ένα τραπέζι στη μέση. Πιο δίπλα βρίσκεται ένα μπαρ με ποτά. Στο πάνω μέρος της σκηνής φαίνονται δύο κρεβατοκάμαρες –η μία άσπρη, η άλλη μαύρη- που χωρίζονται με μεσοτοιχία. Η Νάντια μπαίνει στο σαλόνι και πηγαινοέρχεται κοιτάζοντας το ρολόι της.)

 

Νάντια : Μα πού είναι; Αν δεν έρθει σύντομα, θα αργήσει το πρόγραμμά μου.

 

(Χτυπάει το κουδούνι. Η Νάντια τρέχει κι ανοίγει την πόρτα.)

 

Νάντια: Μα πού ήσαστε τόση ώρα κ.Θωμόπουλε;

 

(Μπαίνει στο σπίτι ο Π.Θωμόπουλος)

 

Θωμόπουλος: Σας ζητώ χίλια συγγνώμη, αλλά ξέρετε τί κίνηση έχει στους δρόμους. Είναι Σάββατο βράδυ και...

 

Νάντια: (τον διακόπτει) Ναι, αλλά κι εγώ έχω περιορισμένο χρόνο, το ξέρετε. Μια η δική σας συνέντευξη, μια..

 

Θωμόπουλος: Συγγνώμη κ.Νικολάου, αλλά η συνέντευξη είναι δική σας, όχι δική μου.

 

Νάντια: Τέλος πάντων. Μια η ΔΙΚΗ ΜΟΥ συνέντευξη, μια οι φωτογραφήσεις, ούτε πρόβα δε μπόρεσα να κάνω σήμερα.

 

Θωμόπουλος (χαμηλόφωνα): Τί ψωνάρα! Εεε...μπορούμε ν’ αρχίσουμε;

 

Νάντια: Ήδη έχετε αργήσει!

 

Θωμόπουλος: Ναι, ναι.. έχετε δίκιο. Λοιπόν, ξεκινάμε....

 

(Πατάει το rec στο κασετόφωνο)

 

Νάντια: Μισό λεπτό!

 

(σταματάει την εγγραφή)

 

Νάντια: Θέλετε κάτι να πιείτε; Συγγνώμη, μη φανώ αγενής μόνο και μόνο επειδή βρίσκομαι σε βιασύνη.

 

Θωμόπουλος: Ναι, ευχαριστώ. Θα ήθελα ένα ουίσκι αν είναι εύκολο.

 

(η Νάντια πάει στο μπαρ να το ετοιμάσει.)

 

Νάντια: Σκέτο ή με πάγο;

 

Θωμόπουλος:  Με πάγο.

 

(του δίνει το ουίσκι)

Νάντια: Ορίστε.

 

Θωμόπουλος:  Ευχαριστώ πολύ. Λοιπόν, είμαστε έτοιμοι τώρα;

 

Νάντια: Νομίζω πως ναι.

 

(Ο Θωμόπουλος πατάει πάλι το rec)

 

Θωμόπουλος:  Είμαι εδώ απόψε, με τη Νάντια Νικολάου, την κυριότερη εκπρόσωπο της ελληνικής μουσικής σκηνής, για μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης. Αφορμή μια δήλωσή της για τη συγγραφή της αυτοβιογραφίας της μέσα στους επόμενους μήνες. Θέλετε να μας πείτε κάποια στοιχεία γι’ αυτό το εγχείρημα;

 

Νάντια: Βεβαίως. Εγώ φυσικά, βλέποντάς το εντελώς υποκειμενικά, δεν το αντιμετωπίζω ως εγχείρημα, αλλά ως πραγματικότητα. Η συγγραφή της αυτοβιογραφίας μου έχει ήδη ξεκινήσει κι ελπίζουμε –εγώ και οι συνεργάτες μου- πως σε ένα χρόνο το πολύ θα ολοκληρωθεί και θα δοθεί προς έκδοση. Είναι μια απόφαση που πήρα ύστερα από πολλή σκέψη. Θεώρησα πως μπορώ πια, είμαι έτοιμη ν’ ανοιχτώ στον κόσμο. Το ένα πρόσωπο, αυτό που ξέρει το κοινό, είναι αυτό της ντίβας που τραγουδάει και λάμπει. Είναι ώρα να γνωρίσουν και το άλλο μου πρόσωπο, αυτό του ανθρώπου, με όλα τα χαρακτηριστικά που συνεπάγεται αυτό: καλοσύνη, κακία, αδυναμίες, πάθη, φόβους, ελπίδες, όλα αυτά που συνιστούν το χαρακτήρα ενός κοινού ανθρώπου.

 

Θωμόπουλος:  Υπάρχουν κάποιοι που κατακρίνουν αυτό σας το διάβημα λέγοντας πως είναι άλλη μια ευκαιρία για να περιαυτολογήσετε και να αυξηθούν οι πωλήσεις. Τί θα τους απαντούσατε;

 

Νάντια: Κατά καιρούς, όλοι οι άνθρωποι οι οποίοι είναι διάσημοι περιαυτολογούν. Ο διάσημος είναι ο πιο ένθερμος θαυμαστής του εαυτού του. Παρ’ όλα αυτά, ένα βιβλίο δεν είναι το κατάλληλο μέσο για να αναδείξει κάποιος τις αρετές του. Και σ’ αυτό το βιβλίο ειδικότερα, δεν αναδεικνύονται οι αρετές μου, αλλά οι αδυναμίες μου, αδυναμίες του κάθε ανθρώπου που μόνο τη δημοσιότητα δε μπορούν να εκμεταλλευτούν. Εκτός αυτού, δε θα ξόδευα ποτέ τόσο χρόνο και κόπο για να περιγράψω τα όποια ανδραγαθήματά μου. Προσπαθώ να περπατήσω στα χνάρια ενός επαγγελματία συγγραφέα ώστε να μπορέσω να γράψω την ιστορία της μέχρι τώρα ζωής μου. Τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο. Όσον αφορά στην αύξηση των πωλήσεων....  η σιωπή μου προς απάντησή τους.....

 

Θωμόπουλος:  Απ’ αυτά που μου λέτε, συμπεραίνω πως το βιβλίο θα εμπεριέχει και τις απόψεις σας για διάφορα θέματα. Είναι απόψεις δικές σας, σε σχέση με προσωπικές σας εμπειρίες ή επί παντός επιστητού;

 

Νάντια: Και τα δύο. Οι απόψεις μας είναι η φιλοσοφία μας για τη ζωή. Βάσει των εμπειριών μου, των βιωμάτων μου και του τρόπου σκέψης μου βγαίνει η φιλοσοφία μου. Ο κάθε άνθρωπος έχει τη φιλοσοφία του για τη ζωή. Εγώ έχω την ευκαιρία να καταθέσω τη δική μου στο βιβλίο αυτό.
Τη φιλοσοφία μου για την ίδια τη ζωή, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τον έρωτα, τη φιλία, το σύμπαν ολόκληρο. Οτιδήποτε έχω μες το μυαλό και την καρδιά μου.

 

Θωμόπουλος:  Εκτός από κατάθεση φιλοσοφίας, μήπως αποτελεί και μια κατάθεση ψυχής;

 

Νάντια: Μα φυσικά. Όταν γράφεις, βάζεις και στοιχεία του εαυτού σου, εκτίθεσαι στο κοινό. Πολύ περισσότερο απ’ όσο εκτίθεσαι όταν είσαι στη σκηνή και ερμηνεύεις.

 

Φωνή Β’: (μορφή που μιλάει μέσα από τη μαύρη κρεβατοκάμαρα)
Πολύ λιγότερο απ’ όσο εκτίθεσαι στον εαυτό σου.

Νάντια: Ειδικά όταν γράφεις για τον εαυτό σου, δε μπορείς να πεις ψέμματα γιατί τότε, είναι σα να ψεύδεσαι στον καθρέφτη σου.

 

Θωμόπουλος:  Και τί γίνεται αν κάποια στιγμή πει κάποιος ψέμματα σ’ αυτόν τον καθρέφτη;

 

Φωνή Β’: Ο καθρέφτης ραγίζει.

 

Φωνή Α’: (μορφή που μιλάει μέσα από την άσπρη κρεβατοκάμαρα)
Όχι τόσο άσχημα όσο η καρδιά της θα ραγίσει.

 

Νάντια: Κατά βάθος οι άνθρωποι έχουν το γνώθι σ’ εαυτόν, ξέρουν τα προτερήματά τους τόσο καλά όσο και τα μειονεκτήματά τους. Στον καθρέφτη δε λένε ψέμματα σχεδόν ποτέ, γιατί πολύ απλά δε μπορούν να του κρυφτούν. Σ’ όποια γωνιά κι αν σταθούν, ο καθρέφτης θ’ αντανακλά τη μορφή τους. Αν κάτσουν στη σωστή γωνία, ο καθρέφτης θα τους φωτίσει. Αν όχι.... θα τους παραμορφώσει.

 

Φωνή Β’: Πόσο φοβάσαι αυτή την παραμόρφωση...

 

Θωμόπουλος:  Ας επανέλθουμε λοιπόν στα λεγόμενά σας περί απόψεων. Νομίζετε ότι θα μπορούσατε να μας αποκαλύψετε κάποιες από αυτές;

 

Νάντια: Αυτό θα εξαρτηθεί.

 

Θωμόπουλος:  Από τί;

 

Φωνή Α’: Από τις ερωτήσεις.

 

Φωνή Β’: Από τον καθρέφτη. Αν θα ραγίσει ή αν θ’ αντέξει...

 

Νάντια: Από τις ερωτήσεις σας.

Θωμόπουλος:  Ωραία, ας αποκλείσουμε τις ερωτήσεις. Εγώ θα σας λέω κάποιες λέξεις κι εσείς θα μου λέτε ό,τι σκέφτεστε γύρω από αυτές. Έτσι, θ’ αποφύγετε τις ανεπιθύμητες ερωτήσεις.

 

Φωνή Β’: Ή τον ίδιο της τον εαυτό.

 

(η Νάντια συμφωνεί μ’ ένα νεύμα)

 

 Θωμόπουλος:  Δόξα.

 

Φωνή Β’: Η ματαιοδοξία της.

 

Φωνή Α’: Απόρροια του ταλέντου της.

 

Νάντια: Όταν είσαι σ’ ένα χώρο όπως αυτός που βρίσκομαι εγώ, η δόξα είναι το πρώτο ζητούμενο, ας το παραδεχτούμε. Δε λειτουργεί ως αυτοσκοπός, αλλά είναι το αντάλλαγμα μιας μεγάλης προσπάθειας. Οι θαυμαστές είναι αυτοί που δημιουργούν τη δόξα κάποιου, οι θαυμαστές τον αποθεώνουν όταν κάνει καλά τη δουλειά του, οι θαυμαστές τον απορρίπτουν όταν παύει να τους υπολογίζει. Όλα τα νήματα τα κινούν οι θαυμαστές. Η δόξα είναι το αποτέλεσμα. Κι είναι η απόδειξη ότι οι κόποι σου ευοδώθηκαν.

 

Θωμόπουλος:  Μουσική.

 

Νάντια: Δε σκοπεύω να μιλήσω γι’ αυτό το ζήτημα ως τραγουδίστρια, γιατί θα’ ναι υποκρισία. Θα μιλήσω ως ένας άνθρωπος που με τη μουσική ζει, γελάει, κλαίει, συγκινείται...
Είναι εκρηκτικό το συναίσθημα που βιώνει ένας άνθρωπος όταν ακούει ένα τραγούδι και στον κατάλληλο στίχο νιώθει αυτή τη γλυκειά ανατριχίλα. Το παράδοξο σ’ αυτό είναι ότι, τις περισσότερες φορές, αυτή η ανατριχίλα προέρχεται από τη θύμηση. Δε μπορείς να φανταστείς τί δύναμη έχει πάνω μας το παρελθόν. Ένα τραγούδι που έχεις συνδέσει μ’ ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, με μια συγκεκριμένη εποχή, μ’ ένα συγκεκριμένο χτύπο της καρδιάς. Κάθε τραγούδι κι ένας παλμός, κάθε παλμός κι ένα δάκρυ. Δάκρυ που πέφτει και σου καίει το λαιμό, λυγμός που παύει την πνοή σου, όλα σ’ ένα μουσικό κομμάτι.

 

(ο Θωμόπουλος παρακολουθεί υπνωτισμένος)

 

 Νάντια: Η μουσική στοχεύει στο συναίσθημα. Οι άνθρωποι, όταν χάνουν το συναίσθημα το ψάχνουν σε μέρη άτοπα, χωρίς να σκεφτούν το πιο απλό: ότι το κάθε συναίσθημα έχει κρυφτεί σε μια μουσική. Αρκεί να ακούσεις το κομμάτι κι εκεί, κάπου ανάμεσα στις νότες, θα βρεις το χαμένο σου συναίσθημα. Εγώ έχω κώδικα γι’ αυτό το ζήτημα. Όταν ερωτεύομαι, διαλέγω ν’ ακούσω τραγούδια με στίχους ελπιδοφόρους, που ανοίγουν την ψυχή και προτρέπουν τον ακροατή να εκφραστεί. Όταν στενοχωριέμαι, διαλέγω ένα καλό ζεϊμπέκικο με στίχους που ταιριάζουν στην περίσταση. Όταν δένομαι βαθειά μ’ ένα άτομο, ψάχνω αυτό το ιδιαίτερο δέσιμο σ’ ένα έντεχνο κομμάτι. Και σαν τραγική ειρωνία του μυαλού μου.... κανένα τραγούδι απ’ αυτά δεν είναι δικό μου.

 

Φωνή Α’: (προς φωνή Β’) Τώρα τί έχεις να πεις;

 

Θωμόπουλος:  Για μια συνέντευξη, τί τραγούδι θα διαλέγατε;

 

Φωνή Β’: Τώρα να δούμε...

 

(Η Νάντια σηκώνεται και βηματίζει αργά προς την άκρη της σκηνής. Αρχίζει να τραγουδάει)

 

 

Λόγους δε θα βρεις
Για να μου πεις
Αυτά που στον εαυτό σου
Δεν τολμάς να ομολογείς
Στο σκοτάδι της ματιάς σου
Δε μπορείς να εκτεθείς
Αν το βλέμμα σου
Δεν κυνηγήσεις

Όλα αυτά που πας να βρεις
Θέλεις δρόμο να διανύσεις
Η μνήμη με παράθυρα κλειστά
Δε φαίνεται
Κι ο πόνος δεν αντέχεται
Όταν τον καθρέφτη
Προσπαθείς να εξαπατήσεις

Συμπληγάδες πέτρες
Δε θα μπορέσεις να περάσεις
Την ταχύτητα λοιπόν
Μην την αυξάνεις
Μόνος στο τέλος θα πνιγείς
Μες της καρδιάς τις λίμνες
Κι όταν κολυμπάς για να σωθείς
Θ’ αναδυθούν οι μνήμες

 

 

Θωμόπουλος:  (μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα)  Άνθρωποι.

 

Νάντια: (αφηρημένη) Συγγνώμη, δε σας άκουσα...

 

Θωμόπουλος:  Άνθρωποι.

 

Φωνή Β’: Είδες; Πνίγηκε μες το ίδιο της το τραγούδι.

 

Νάντια: Δε μπορώ να εξηγήσω επακριβώς αυτόν τον όρο. Δεν ξέρω ακριβώς τί είναι άνθρωπος. Είναι άνθρωπος αυτός που χτυπάει με το αυτοκίνητό του κάποιον κι αντί να σταματήσει να τον σώσει, αυξάνει ταχύτητα για να ξεφύγει απ’τις συνέπειες της πράξης του;  Είναι άνθρωπος ο δάσκαλος που μπαίνει σε μια τάξη μιλώντας μόνος του και σημειώνει παθητικά κάποια νούμερα στο τεφτέρι του;  Άνθρωπος είναι αυτός που καταλαβαίνει πως οι άλλοι έχουν τις ίδιες ανάγκες μ’ αυτόν. Άνθρωπος είναι αυτός που μπαίνει στην ψυχή του άλλου κι επικοινωνεί ενεργά μαζί του. Άνθρωπος είναι οποιοσδήποτε μπορεί να νιώθει όπως νιώθει ο απέναντί του. Στη σημερινή εποχή, δεν είναι ευδιάκριτο το ποιος είναι άνθρωπος και ποιος όχι. Ειλικρινά, υπάρχουν φορές που αισθάνομαι πως δεν είμαι άνθρωπος. Παρατηρώ τις αντιδράσεις και τον τρόπο σκέψης κάποιων και νιώθω πως είμαι κάτι διαφορετικό, εγκλωβισμένο σε σώμα ανθρώπινο. Αυτό όμως που νιώθω δεν πλησιάζει κάτι ανώτερο, κάτι που τείνει προς τον Θεό, αλλά κάτι πολύ κατώτερο απ’τον άνθρωπο και τα ζώα. Γι’ αυτό και δε μπορώ να διευκρινίσω τί ακριβώς είναι αυτό.

 

Θωμόπουλος:  Θεός.

 

Φωνή Β’: Ο μόνος θεός στον οποίο πιστεύει είναι ο εαυτός της.

 

Νάντια: Θεός στην ουσία, είναι η ανώτερη δύναμη που κυριαρχεί στον κόσμο. Όπως είχε πει και ο Αριστοτέλης –βλέπετε, και οι εμπορικοί τραγουδιστές κάτι ξέρουν από αρχαία φιλοσοφία- οι άνθρωποι έχουν μια τάση προς το απόλυτο. Αυτό τους ωθεί να δημιουργούν θρησκείες, ανάλογα με τα πιστεύω τους και την ιστορία τους. Ο θεός και η θρησκεία, όσο αόριστα είναι, άλλο τόσο περίεργα είναι. Έχω δει θρήσκους να βλαστημούν και άθεους να προσεύχονται. Δεν υπάρχει κάτι στατικό. Η αδικία μέσα στον κόσμο είναι τόση, που μπορεί να κάνει έναν πιστό ν’απαρνηθεί καθετί θείο. Στον αντίποδα, τα θαύματα που γίνονται κάθε μέρα, είναι ικανά να μετατρέψουν έναν υπαρξιστή σε χριστιανό.
Αν υπάρχει θεός και άκουσε τις δηλώσεις μου, θα καίγομαι στην κόλαση μέχρι Δευτέρας Παρουσίας. Αν δεν υπάρχει θεός, τότε έχω σπαταλήσει 50 χρόνια πιστεύοντας σε κάτι ανύπαρκτο.

 

Φωνή Α’: Πιο πιστή κι απ’ τους καλόγερους.

 

Φωνή Β’: Πιο άθεη κι απ’ τον Σαρτρ.

 

Θωμόπουλος:  Σχέσεις.

 

(παύση)

 

Νάντια: Αυτό τώρα είναι ερώτηση;

 

Θωμόπουλος:  Όχι βέβαια. Συμφωνήσαμε να μη σας κάνω ερωτήσεις. Θα μου λέτε μόνο ό,τι θέλετε εσείς. Εγώ απλώς μια καθοδήγηση προσφέρω.

 

Νάντια: Λυπάμαι, αλλά ακόμα κι όπως τα λέτε να είναι, φοβάμαι πως δε θα μπορέσω να ικανοποιήσω τη διακριτική σας κι έξυπνα καλυμμένη περιέργειά σας.

 

Θωμόπουλος:  Δηλαδή;

 

Νάντια: Δηλαδή κ.Θωμόπουλε, δε σκοπεύω να πέσω στην παγίδα σας. Πριν από εσάς, αυτή την παγίδα την έχουν στήσει δεκάδες άλλοι δημοσιογράφοι κι εγώ είμαι αρκετά μεγάλη πια για να πέσω μέσα.

 

Θωμόπουλος:  Όπως σας είπα και πριν, δεν κάνω ερωτήσεις και προσπαθώ να είμαι όσο πιο διακριτικός γίνεται. Μπορείτε απλώς να μου πείτε δυο αόριστες κουβέντες για να καλύψουμε κι αυτό το θέμα.

 

Νάντια: Δε γίνεται να το παραλείψουμε;

 

Θωμόπουλος:  Δυστυχώς όχι. Έχει ήδη ηχογραφηθεί.

(ακούγεται το κλικ από το δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι. Ο Θωμόπουλος, ανοίγει την τσάντα του, βγάζει μία καινούρια κασέτα, την αντικαθιστά με την παλιά και πατάει πάλι το rec)

 

Θωμόπουλος:  Ελάτε κ.Νικολαόυ, σκεφτείτε ότι μιλάτε σε μια φίλη σας ή σ’ έναν ψυχολόγο ή σ’ έναν τοίχο....  τί έχετε να φοβηθείτε;

 

(μεγάλη παύση)

 

Νάντια: Εισχώρησες στο δέρμα μου, μ’ έβαψες στα χρώματά σου... λαίδη μιας επαναλαμβανόμενης αυταπάτης. Έκλεισες μια απ’τις παλιές μου πληγές –και τί μ’ αυτό; Άνοιξες μια καινούρια, πιο μεγάλη, πιο βαθειά, πιο δύσκολη, πιο αληθινή. Δεν ξέρω από που ήρθες, αλλά έφτασες πολύ γρήγορα. Ίσως χρειαζόμουνα κι άλλο χρόνο. Μου είναι απαραίτητος για να σου δώσω όσα θέλω, όσα έχω –αν και δε μου έχουν απομείνει πολλά. Δεν ξέρω τί ζητάς, πάντως εγώ προσφέρω περισσότερα. Θυσία στο βωμό του μυαλού σου, της προστασίας σου, της ανάγκης σου.
Μ’ έκανες κόμπο μες το συρματόπλεγμα των φόβων σου κι εγώ, είμαι ήδη εδώ. Νωρίς, πολύ νωρίς. Άνοιξες τις πύλες σου χωρίς να ξέρεις τι κρύβω πίσω από τις δικές μου. Και θ’ αργήσεις πολύ να μάθεις. Έμπλεξα στους ιστούς των ματιών σου κι είναι νωρίς ακόμα. Μα πώς να φύγω; Άνθρωπος είμαι. Οι αντοχές μου είναι ίδιες με τις δικές σου, ίσως και λιγότερες. Όχι, δε θέλω να μου σταθείς σα δεκανίκι. Έχω μάθει να σηκώνομαι χωρίς βοήθεια. Κι όταν σταθώ πάλι στα πόδια μου, με τις δικές μου δυνάμεις, θα σ’ αντιμετωπίσω. Ξέρω πώς, το έχω ξανακάνει, ξέρω πού, τόσα όμορφα μέρη, μόνο που δεν ξέρω πότε. Απ’ τη ματιά σου θα εξαρτηθεί. Έχω μια μονομαχία μπροστά μου. Αν κερδίσω, κερδίζω τα πάντα. Αν χάσω, χάθηκα. Άνθρωπος είμαι, άνθρωπο αγάπησα. Κι όμως είναι τόσο νωρίς…..

 

Φωνή Α’ : Προχώρα. Μόνο έτσι είσαι αληθινή.

 

(η Φωνή Β’ βγάζει μια βαλίτσα κάτω από το κρεβάτι. Σιγά-σιγά, μαζεύει πράγματα και τα τακτοποιεί μες τη βαλίτσα.)

 

Νάντια : « Εγώ πατώ στη γη κι εσύ πετάς πιο ψηλά κι απ’ τον Ίκαρο. Έχω φτερά, αλλά φοβάμαι να πετάξω. Όταν αποφασίζω να πετάξω, φοβάμαι να πάω τόσο ψηλά όσο εσύ. Όταν αποφασίζω να πετάξω ψηλά μαζί σου, πέφτω και τσακίζομαι.
Δε σ’ αγαπώ. Όχι ακόμα. Δεν το έχω νιώσει. Όταν όμως το νιώσω, θα το μάθεις. Θα’ ναι όταν οι χτύποι της καρδιάς μου θα φτάνουν τους 120 όταν σου μιλάω, όταν θα’ χεις πυρετό και θα καίγομαι εγώ, όταν θα μηδενίζω τις αποστάσεις για να αγγίξω ένα σου δάκρυ, όταν θα χάνω τα πάντα για ένα σου τηλεφώνημα, όταν θα μοιάζεις στα μάτια μου με τη μεγαλύτερη έμπνευση του θεού.
Τότε ναι, θα ξέρω ότι σ’ αγαπάω. Μυστικό δε θα το κρατήσω. Δε θα μπορώ άλλωστε. Θα με πνίγει το συναίσθημά μου, κόμπος στο λαιμό μου, προσπαθώντας να βγει προς τα έξω.

   Η νεκροφάνεια απ’ την οποία έπασχα τόσα χρόνια πήρε τέλος. Το ελιξήριο της ζωής που ψάχνουμε στα παραμύθια για να βρούμε τα συστατικά του, είναι πραγματικότητα. Αγάπη. Η δική σου αγάπη. Από τώρα την ονειρεύομαι. Τα λόγια, τις κινήσεις, τις στιγμές. Καρέ-καρέ.

   Ό,τι δεν έχω καταφέρει να ζήσω μαζί σου, το ενσωματώνω στα όνειρά μου και το πρωί που ξυπνάω έχω την αίσθηση ότι έχει όντως συμβεί, σου συμπεριφέρομαι σα να έχει όντως συμβεί. Οι σκέψεις που κυριεύουν το μυαλό μου, τα όνειρα που διέξοδο δε βρίσκουν, οι ερωτήσεις που απάντηση δεν προσμένουν. Τόσες λέξεις έχουν σφηνωθεί στο στόμα μου και δε λένε να βγουν. Οι δικές μου οι λέξεις είναι ακριβές και δυσεύρετες. Δεν ξέρω αν μπορείς να τις εξαργυρώσεις. Οι δικές σου οι λέξεις είναι κάτι παραπάνω.
Κι επειδή εγώ έχω μάθει να πληρώνω με αίμα, όταν μιλάς σιωπώ. Όταν γελάς, χαμηλώνω το βλέμμα. Όταν ξεσπάς στέκομαι μπροστά σου για να χτυπήσεις εμένα αν χρειαστεί.

… κάποτε στενοχωρήθηκες και σφίχτηκε η καρδιά μου… και τότε, για πρώτη φορά τρόμαξα με τον εαυτό μου. Φοβήθηκα να σε κοιτάξω στα μάτια και μετάνιωσα που δεν το έκανα. Πόσο ακριβά στοιχίζει μια θέση στην ψυχή σου…
Πόσο ακριβά αγόρασα κάποιες μεγάλες κουβέντες. Τώρα δεν τις θέλω. Θέλω πράγματα απτά, λόγια χωρίς υπερβολές, χειρονομίες αβίαστες. Μια αντανάκλαση στο δικό μου καθρέφτη, μια βόλτα στο δικό μου τον κήπο, ένα δάκρυ στο δικό σου χαρτί.
Μεταμορφώνεται ο άνθρωπος σαν του ξυπνάς συναισθήματα. Από κινούμενο, εργαζόμενο, αγχωμένο υποκείμενο γίνεται πάλι άνθρωπος. Είχα ξεχάσει πώς είναι, είχα υψώσει τείχος. Ένα τείχος ψηλό και γερό, σαν τις καινούριες πολυκατοικίες. Με όλες τις ανέσεις, ζούσα εκεί μέσα. Στενοχωριόμουν από συνήθεια, γκρίνιαζα, συγκινούμουν. Όλα από συνήθεια. Ξύπνησα μια μέρα και το τείχος είχε πέσει. Από πίσω ήσουν εσύ. Εσύ ήσουν αυτός που κατάφερε να το ρίξει. Στην αρχή θύμωσα μαζί σου γιατί είχα βολευτεί στο φρούριό μου. Κανείς δε με ενοχλούσε, καμία περίεργη κίνηση δεν έκανε η καρδιά μου. Όταν όμως κατάλαβα πως μ’ ανέστησες απ’ τον τάφο, χωρίς να σιχαθείς να βάλεις τα χέρια σου στα χώματα και τα σκουλήκια για να με τραβήξεις έξω, τότε έχυσα το πρώτο δάκρυ. Είχα πολύ καιρό να κλάψω. Αλλά το ευσυγκίνητο κομμάτι του εγώ μου δεν είχε ξεψυχήσει ακόμα. Ευτυχώς. Γιατί θα έχανα τόσα ωραία σου βλέμματα που θα το μετάνιωνα για πέντε ζωές.

Εσένα δε σου έδωσα σημασία όταν σε γνώρισα. Δε σκέφτηκα ποτέ ότι είσαι κάτι διαφορετικό. Δε με θάμπωσες, δε με κατέπληξες. Κι όμως, μου τράβηξες την προσοχή. Την κατάλληλη στιγμή. Σα να ήξερες πότε έπρεπε να μπεις στη ζωή μου.
Είσαι κοντά μου κι ας μην το’ χεις καταλάβει. Μου μοιράζεις συμπάθεια με το σταγονόμετρο κι έτσι εγώ εθίζομαι. Περιμένω πάντα την επόμενη δόση.
Αναδύεσαι αργά, δείχνοντάς μου έναν-έναν τους θησαυρούς σου. Αργά και σταθερά. Με τον τρόπο που προτιμάς. Έτσι όπως νομίζεις ότι πρέπει να γίνει για να είναι παντοτινό.
Ο ενθουσιασμός μου δίπλα στην πείρα σου. Περπατάνε πλάι-πλάι μέχρι να φτάσουν στο σημείο να γίνουν ένα.

Σ’ έψαχνα παντού και τελικά σε βρήκα. Είσαι εδώ δίπλα μου. Παρακολουθώ τις αντιδράσεις σου και νομίζω πως κοιτάζω στον καθρέφτη. Για πρώτη φορά, δε μου φαίνεται ραγισμένος. Το αντίθετο. Είναι πεντακάθαρος, διαγράφεται κάθε λεπτομέρεια. Βλέπω εμένα και μέσα από μένα.
Δειλιάζεις με τον ίδιο ανόητο τρόπο που δειλιάζω κι εγώ. Χαμογελάς πάντα με νόημα, όπως κι εγώ. Κάνεις ένα βήμα τη φορά, όπως το συνηθίζω εγώ. Δίνεις μια και καλή την ψυχή σου, όπως πάντα τη δίνω εγώ.
Δεν είναι εύκολο. Το μισό έναντι του άλλου μισού. Το καλό δίπλα στο καλό. Όμως οι φυσικοί απέδειξαν πως τα ετερώνυμα έλκονται. Θα περιμένω για να δω. Με αργές αυτή τη φορά, αλλά πάντα αβέβαιες κινήσεις. Με κίνδυνο να σε πνίξω με την αγάπη μου ή το αντίστροφο: στην προσπάθειά μου να μη σε πνίξω, να δείξω απρόσιτη, αδιάφορη, πάγος.
Πάγος σαν αυτόν που έχεις λιώσει μέσα μου και το νερό έχει αρχίσει να βράζει. Αν το αφήσω πολύ όμως, θα εξατμιστεί. Κι άλλος κίνδυνος.

   Βλέπεις, αυτά τα πράγματα έχουν κάτι το υπερφυσικό. Η γήινη ζωή μας δεν επιτρέπει να εξελιχθούν. Μόνο με την περιβόητη υπέρβαση μπορούμε να τα ζήσουμε. Αφού οι ψυχές δεν χάνονται, τότε όλα αυτά που έχουμε στην ψυχή μας θα υπάρχουν για πάντα. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ. Τώρα αυτή η φράση δε μου φαίνεται και τόσο ακραία.

   Το ξέρω πως τρομάζεις μ’ αυτά που λέω. Μα σε είχα προειδοποιήσει πως δε θα με βρεις ανάμεσα στους συνηθισμένους. Εγώ όμως χαίρομαι που εσύ είσαι ένα δείγμα απ’ αυτούς. Δε θέλω ιδιοφυίες, δε μ’ αρέσουν οι άγιοι. Άλλωστε, ούτε εγώ είμαι κάτι το ιδιαίτερο. Σε λίγο καιρό όμως, δε θα μ’ αναγνωρίζεις. Θα γίνω το καλύτερο που μπορώ. Θα δανειστώ τα πάθη σου, τις μουσικές σου, την ώρα σου, θα βάλω πάνω μου τη σφραγίδα σου κι έτσι θα κυκλοφορώ. Με σένα πάντα μέσα μου.

   Όσο αγαπάω, τόσο απομακρύνεσαι. Εσύ δεν το βλέπεις, εγώ όμως το έχω δει το έργο κι άλλη φορά. Γνωρίζω το τέλος. Και πίστεψέ με, τη δεύτερη φορά πονάει πιο πολύ. Διαισθάνομαι ότι θα ξαναπαίξω τις ίδιες σκηνές, θα ειπωθούν τα ίδια λόγια, ξανά και ξανά. Όλα απ’ την αρχή. Ξαναζώ την ίδια ιστορία με διαφορετικό πρωταγωνιστή κάθε φορά. Κι αν δεν κουράστηκες ακόμα, θα κουραστείς.
Κι έτσι θα γυρίσω πάλι στην αιώνια αγάπη μου, τη μοναξιά μου. Αυτή την εσωτερική μοναξιά που με συντροφεύει τα τελευταία χρόνια. Αυτή τη μοναξιά που μ’ αγκάλιασε και με πήρε κοντά της. Την αγάπησα πιο πολύ από καθετί, πιο πολύ κι από σένα…

 

Το παρελθόν μου μοιάζει με αγέρα δυνατό. Όσο αντιστέκομαι και προσπαθώ να προχωρήσω, τόσο αυτός με σπρώχνει προς τα πίσω. Επιμένω, επιμένει. Στο τέλος νικάει πάντα αυτό. Το ανάστημά μου δε μου επιτρέπει ν’ αντισταθώ σ’ αυτό το θηρίο. Ή θα με νικήσει ή θα με κατασπαράξει. Άτιμο πράγμα το παρελθόν. Σαν τηλεοπτικός φακός μεγεθύνει τις καταστάσεις. Σου κόβει το παρόν, σου ακυρώνει το μέλλον. Μνήμες, εικόνες, τα πάντα μπρος στα μάτια μου φαίνονται δυσάρεστα. Κι όμως, όταν τα ζούσα αισθανόμουν πως δεν πατάω στη γη. Επιτέλους, πόσες ζωές χρειάζεται ο άνθρωπος για να νιώσει την απόλυτη ευτυχία; Πόσες ζωές χρειάζεται για να τη διατηρήσει; Πόσα λεπτά για να συνειδητοποιήσει ότι εξαπατήθηκε, για άλλη μια φορά;

(η Φωνή Β΄ παίρνει τη βαλίτσα που έχει ετοιμάσει και βγαίνει απ’ το δωμάτιο. Κατεβαίνει, περνάει δίπλα από τη Νάντια, υποκλίνεται μπροστά της και αποχωρεί.)

Τρέχω… τρέχω ν’ αφήσω πίσω τις σκέψεις μου –κοινότυπο αλλά αληθινό. Τρέχω με όλη μου τη δύναμη αλλά αυτές πάντα με προσπερνάνε. Έρχονται και στέκονται μπροστά μου απαιτώντας ν’ ασχοληθώ μαζί τους. Και τότε λυγίζω. Δεν έχω άλλη δύναμη να τρέξω. Προσπάθησα μία, δύο, τρεις…
Αλλά δεν αντέχω τώρα πια. Κουράστηκα, το μυαλό μου κουράστηκε, η ψυχή μου κουράστηκε. Πόση αντοχή μπορεί να έχει ένας άνθρωπος; Ακόμη και για να τρέξεις με τα πόδια χρειάζεται δύναμη. Πόσο μάλλον το να τρέξεις με τη μνήμη. Κουράστηκα, σαν τη γερόντισσα που τραγουδάει μια σονάτα στο σεληνόφως.* κουράστηκα, κι είναι νωρίς, μ’ ακούς, είναι νωρίς ακόμα** αλλά εγώ κουράστηκα.

*Σονάτα του Σεληνόφωτος, Γ.Ρίτσος
**Το Μονόγραμμα, Οδ.Ελύτης

 

Χάνω τα πάντα γύρω μου. Το τώρα, το μετά, τις προσδοκίες μου, τα όνειρά μου, ακόμη και την τελευταία ελπίδα που μου είχε απομείνει. Δε φταις εσύ, αλλά εσύ ήσουν η αφορμή. Ο λώρος που με ένωνε με τη ζωή κόπηκε. Μόνο που κόπηκε πρόωρα και δεν έχω ετοιμαστεί για να ζήσω αυτόνομα. Σ’ έχω ακόμα ανάγκη. Πώς θα μάθω να περπατώ χωρίς εσένα, να γελάω χωρίς εσένα, να ζω χωρίς εσένα;
Μόνο που τώρα ξέρω πως είμαι δυστυχισμένη. Ξέρεις τι θα πει δυστυχία; Αμφιβάλλω. Εγώ όμως το ζω εδώ και πολύ καιρό. Τρέφομαι απ’ τον πόνο κι ο ίδιος ο πόνος τρέφεται από μένα. Είμαι απογοητευμένη απ ‘όλα κι απλώς συντηρώ την ύπαρξή μου. Το μόνο ζωντανό στοιχείο που υπάρχει μέσα μου για να μου υπενθυμίζει πως ακόμα αντιστέκομαι, είναι το νευρικό μου σύστημα. Αυτό που υπερλειτουργεί όταν φωνάζω, όταν με μανία σχηματίζω μπουνιές και χτυπάω τον τοίχο. Να πληγωθεί κι αυτός μαζί με μένα.
Είμαι δυστυχισμένη και πρέπει να μάθω να ζω μ’ αυτό. Γιατί τίποτα δε μπορεί ν’ αλλάξει, τίποτα δεν είναι πλήρες χωρίς εσένα. Σα γυάλινος τοίχος, σε βλέπω αλλά δε μπορώ να σε αγγίξω. Κι αυτό δε θ’ αλλάξει παρά μόνο με ένα θαύμα. Κι ως γνωστόν, θαύματα δε γίνονται πια.
Δε νοιάστηκες τι θα κάνω μετά από όλα αυτά. Έφυγες χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς φωνή, έφυγες και μ’ άφησες να στροβιλίζομαι στις σκέψεις και τις αδικαιολόγητες ενοχές μου. Η νύχτα δε χρησιμεύει για ύπνο τώρα πια. Το πρωί το μαρτύριό μου συνεχίζεται αδιάκοπα. Κι εσύ τριγυρνάς στη χώρα αφήνοντας σημάδια στους ανθρώπους. Χτυπάς ακαριαία. Δεν υπάρχει λύπηση. Ο εγωισμός δε σ’ άφησε ποτέ να δεις πέρα από την προέκταση του εαυτού σου.
Οι άνθρωποι όμως γύρω σου είναι ευάλωτοι. Απερίσκεπτα τους δίνεις τη χαριστική βολή. Κανονικά, δε θα έπρεπε να έχεις θέση εδώ. Με σκυμμένο το κεφάλι να εξαφανιστείς, από ντροπή να φύγεις. Συγχώρεση δε θα σου δώσει κανείς. Έχεις κάνει πολλά και δεν έχεις δώσει τίποτα. Δεν είναι έτσι οι άνθρωποι! Δεν πρέπει να είναι έτσι!

(η Νάντια ξεσπάει σε κλάματα και σωριάζεται στο πάτωμα. Μετά από λίγο, καθώς η μουσική δυναμώνει, κάθεται γονατιστή κι αρχίζει να τραγουδάει)

 

Είναι το δάκρυ σα φυλακή
Κι η μοναξιά που μου επέβαλες ζει
Δεν είμ’ εγώ που φεύγω από καιρό
Μα μόνο εσύ που δε χωράς πια εδώ

Μ’ έχεις αφήσει κλειστή στο κελί
Μες της καρδιάς μου το χτύπο εσύ
Όταν όμως θα κάνεις μια ευχή
Τότε θα βρεθούμε στην ίδια ζωή

Μάζεψα πληγές κι ενοχές
Σ’ ένα κουτί γεμάτο αναμνήσεις
Κι όλο γυρνάω πίσω στο χθες
Για να μαντέψω τι άλλο ακόμα θες

Πέρασα ξανά απ’ το σοκάκι
Χάιδεψα το ξύλο στο ίδιο παγκάκι
Περνούν οι μέρες κι οι μήνες βουνό
Έξω απ’ αυτό το κελί πια δε ζω

Ψάχνω ακόμη για να θυμηθώ
Γιατί πεθαίνω κάθε δειλινό
Κι εσύ μ’ αφήνεις στο νόστο αυτό
Έξω απ’ αυτό το κελί πια δε ζω

 

…κι ύστερα έπεσα για ύπνο. Κι είδα το πιο γλυκό όνειρο που είχα δει ποτέ, πιο γλυκό κι απ’ αυτά που βλέπουμε στον ξύπνιο μας, πιο αληθινό κι απ’ την ίδια μας την πραγματικότητα, πιο θαρραλέο απ’ όλα αυτά που έχουν ονειρευτεί οι άνθρωποι μέχρι τώρα.
Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, εκεί που είχαν συνηθίσει ο ένας τον άλλον, εκεί που κι οι δυο τους είχαν συμβιβαστεί, εκεί που όσα προβλήματα κι αν υπάρχουν υποβόσκει πάντα ένας ρομαντισμός. Ξαπλωμένοι δίπλα-δίπλα, στο κρεβάτι που τους φιλοξενούσε όλα τα χρόνια του γάμου τους – και ήταν πολλά- έτοιμοι να κοιμηθούν. Το ένα λεπτό που έλειψε ο άντρας απ’ το δωμάτιο ήταν αρκετό για να φύγει μακριά η γυναίκα. Ήταν η πρώτη φορά που έφευγε μακριά του και θα διαρκούσε αιώνια. Μετά τα πρώτα, σαστισμένα δάκρυα, ο άντρας παρά την αδυναμία της ηλικίας του την άρπαξε στα χέρια του και άρχισε να τρέχει γυρεύοντας με ασυγκράτητη μανία την πηγή της νεότητας. Το νερό αυτής της πηγής είχε την ιδιότητα να δίνει νεανικές δυνάμεις σε ανθρώπους οποιασδήποτε ηλικίας.
Βούτηξε στο νερό κρατώντας το νεκρό σώμα της γυναίκας στην αγκαλιά του. Την έλουζε τρυφερά με το θαυματουργό νερό ελπίζοντας πως θα μπορέσει να την επαναφέρει στη ζωή, έστω και για λίγο. Ήθελε μόνο να προλάβει να τη χαιρετίσει. Αυτή όμως είχε πάρει πια το δρόμο της, μόνη της αυτή τη φορά. Όσο βαθειά κι αν ήταν η αγάπη του, όσο αληθινή κι αν ήταν η θλίψη του…

 

Σχέσεις… σχέσεις ερωτικές, σχέσεις φιλικές, σχέσεις ανθρώπινες, σχέσεις απάνθρωπες. Άλλος ένας άνθρωπος να ανακαλύψω. Άλλη μια ένταση μέσα στη ζωή μου, άλλος ένας λαβύρινθος ζητά να βρω το τέρμα του. Ένας ακόμη άνθρωπος για να γοητεύσω, να κατακτήσω, να με υποτάξει και τέλος… να με κάψει.

Ναι, ήμουν υπερβολική. Ποια αληθινή αγάπη στηρίζεται στη μετριότητα; Όταν αγαπάω, αγαπάω μ’ εκατό καρδιές συγχρόνως κι όταν πληγώνομαι, πεθαίνω μ’ εκατό σφαίρες . Άδειασες όλο το όπλο επάνω μου γιατί τόσο καιρό έπαιζα ρώσικη ρουλέτα. Δεν έχασα ένα παιχνίδι. Έχασα εσένα, τα μάτια σου, την αγκαλιά σου. Έχασα και μένα την ίδια.
Εκτός από υπερβολική όμως, ήμουν και άψογη. Εσύ το είπες. Εσύ, που ό,τι έλεγες το εκτελούσα, σα φαντάρος με λοχία. Εσύ, που δάκρυζες και μ’ έσπαγες σε χίλια κομμάτια, που γέλαγες κι ο ήλιος κρυβόταν απ’ τα μάτια μου. Εσύ, που πριν προλάβω να γλυκαθώ με μαχαίρωσες.
Μέρες τώρα παλεύω να βρω κάθε δυνατό τρόπο για να σου επιτρέψω ξανά την είσοδο στη ζωή μου. Όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί όμως είναι ανεφάρμοστοι. Οι σταθερές μου αρχές για ελευθερία επιλογής και προσωπικότητα δε μπορούν να γκρεμιστούν. Τι μένει όμως στη θέση του όταν η αγάπη κλονίζει τον κόσμο; Όχι, δε μπορώ να σ’ έχω δίπλα μου καταπατώντας το «εγώ» σου.

Όπου να’ ναι θα σε συναντήσω. Μετά από τόσον καιρό που είχα χάσει τελείως τα ίχνη σου. Τώρα έχω δύο επιλογές: να σε αγαπήσω απ’ την αρχή, με όλες τις μνήμες ή να σε διαλύσω τώρα που ξέρω την αδυναμία σου. Να σου δώσω να καταλάβεις πως η αγιοσύνη δεν υφίσταται. Τώρα πρέπει να σε αντιμετωπίσω. Και θα το κάνω με το δικό σου τρόπο, για να πονέσει πιο πολύ.
Η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη. Θα σε δω. Θα νιώσω ένα σφίξιμο στην καρδιά, αλλά θα πρέπει να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Χαμογελαστή κι απόμακρη ταυτόχρονα.
Δεν έρχομαι για να σε πολεμήσω. Τον εαυτό μου θέλω να προστατεύσω. Σ’ εσένα όμως δε δίνω άφεση. Αυτή τη φορά δε θα ρίξω όλο το φταίξιμο σ’ εμένα. Έχεις κι εσύ ευθύνες. Και θα τις αναλάβεις, θες δε θες.

 

 

Πρέπει να κάτσω απέναντί σου και να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου. Να περιμένω την κατάλληλη στιγμή που θα μου δώσεις αφορμή για να σε «χτυπήσω». Κι όμως, όσο μνησίκακη κι αν φαίνομαι τώρα, τόσο σίγουρη είμαι ότι για μια ακόμη φορά θα παρασυρθώ, θα μεθύσω απ’ τον αέρα και δε θα εκπληρώσω ποτέ την εκδίκησή μου. Τόσο σίγουρη…

Είμαι έτοιμη εδώ και μέρες να σε καλωσορίσω πάλι στη ζωή μου. Έτοιμη  να δεχτώ τον εγωισμό σου, την ψυχρότητά σου, τη σιωπή σου, τα πάντα. Τα πάντα εκτός απ’ τα φίδια που σε περιτριγυρίζουν και σιγά-σιγά σφίγγονται γύρω απ’ το λαιμό σου, έως ότου στραγγαλίσουν όλο σου το είναι.
Έψαξα και βρήκα ποια είναι η αρρώστια σου. Είναι πολύ κοινή. Δεν πεθαίνεις απ’ αυτή. Δηλαδή, το σώμα δεν πεθαίνει. Η ψυχή κατατρώγεται απ’ το μικρόβιο μέχρι να εξαφανιστεί. Πίστευα και θα συνεχίσω να πιστεύω πως με την αγάπη μου μπορώ κάποια στιγμή να σε γιατρέψω. Αν έχω την ευκαιρία…
Πάντως σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ που μου άνοιξες τα μάτια κι έμαθα πως ο κόσμος δεν είναι κινούμενα σχέδια. Σ’ ευχαριστώ για την απάτη σου, γιατί κατάλαβα πως όλοι οι άγγελοι κρύβουν στα ρούχα τους μια λόγχη, περιμένοντας τη στιγμή που θα σε τρυπήσουν. Σ’ ευχαριστώ για όσα δε μου έδωσες, για όλα αυτά που πήρες. Σ’ ευχαριστώ που εκτός απ’ τα υλικά πήρες μαζί σου και μένα. Γιατί τον εαυτό μου δεν τον βρίσκω πια εδώ. Όποτε τον ψάχνω, τον ανακαλύπτω κάτω απ’ την πόρτα σου να περιμένει να σε δει, δίπλα απ’ το κρεβάτι σου να περιμένει να σε νανουρίσει, στα μάγουλά σου για να σου σκουπίσει τα δάκρυα. Σ’ ευχαριστώ.

 

Όπου να΄ναι είμαι έτοιμη. Λίγο κραγιόν βάζω κι έρχομαι. Σήμερα θα επισκεφθώ το μνήμα της πεθαμένης σου ψυχής. Ετοιμάζομαι σα να πρόκειται να συναντήσω εσένα. Για μένα είναι το ίδιο. Πάω κοντά στην ψυχή που αγάπησα. Σ’ αυτήν την ψυχή που μ’ αγάπησε πραγματικά, που πίστεψε σ’ εμένα, που δέθηκε μαζί μου. Θα πάω να βάλω τα πιο ωραία λουλούδια πάνω στη μαρμάρινη πλάκα. Θα κάτσω εκεί με τις ώρες και θα της μιλάω ακριβώς όπως της μιλούσα 10 χρόνια πριν. Είναι αλήθεια τελικά, πέρασαν 10 χρόνια από τότε που η ψυχή σου ξεψύχησε. Και τη θέση της πήρε μια άλλη. Αυτή η καινούρια είναι πιο σκληρή κι εντελώς κυνική. Φαντασμένη και πανούργα.
Κι όμως! Μου είχες ορκιστεί ότι την ψυχή σου δε θα την αλλάξεις! Ούτε έναν όρκο δεν κατάφερες να κρατήσεις. Πώς περίμενες να κρατήσεις εμένα;

Ξέρεις, κάπου έξω απ’ το ηλιακό μας σύστημα, υπάρχει ένας πλανήτης, ο πλανήτης Νάντια. Εδώ και πενήντα σχεδόν χρόνια δεν έχω δει άλλον άνθρωπο εκεί, κι έτσι συμπεραίνω πως είμαι η μόνη κάτοικος. Ίσως γι’ αυτό έχει το όνομά μου.
Αυτός ο πλανήτης είναι μακριά, πολύ μακριά και δεν έχει επικοινωνία με το υπόλοιπο σύμπαν. Εκεί βρέχει μια φορά το μήνα, πάντα όμως το έδαφος στεγνώνει πριν έρθει η επόμενη βροχή. Σ’ αυτό το διάστημα ο πλανήτης είναι μουντός και βαρετός. Προσπαθώ να ξεφύγω από εκεί, να πάω σ’ έναν πιο ευχάριστο πλανήτη, όμως δεν έχω δύναμη να τον εγκαταλείψω. Μπορεί να γίνεται κουραστικός, εγώ όμως τον αγαπάω. Ξέρω όλες τις παραξενιές του κι όλους τους τρόπους να τον παρηγορήσω όταν πονάει.
Με μισεί και τον αγαπώ, με μαστιγώνει κι εγώ τον αγκαλιάζω, με βρίζει κι εγώ τον κολακεύω. Με ξέρει και τον ξέρω. Χρόνια τώρα κατοικώ σ’ αυτόν, μόνη μου.

Δεν έχω μιλήσει σε κανέναν για αυτόν τον πλανήτη. Είναι ο κρυμμένος μου θησαυρός. Κρυμμένος στο άβατο του μυαλού μου. Κανείς δεν είδε ό,τι είδα εγώ, κανείς δεν άκουσε ό,τι άκουσα. Κι αυτό κάνει εμένα και τον πλανήτη μου σύνθεση μοναδική.

Όταν περπατώ σε ίσιο δρόμο, κάνω τα πάντα για να βρω έναν παράδρομο με στροφές κι εμπόδια για να τον ακολουθήσω. Την θέλω την ένταση, τη χρειάζομαι. Δε γεννήθηκε για τα εύκολα. Το πάθος πάντα έχει ένταση. Κι αν δεν υπάρχει ένταση, την προκαλώ εγώ. Αν δεν υπάρχει πάθος, φεύγω. Δοκιμάζω τους πάντες γύρω μου. η αντοχή στην ένταση είναι το προσωπικό μου τεστ. Όποιος θέλει να ζει μαζί μου, πρέπει να το περάσει. Όποιος θέλει εμένα, πρέπει να’ χει το θράσος να μου το ζητήσει.
Γι’ αυτό είμαι περήφανη για τη Νάντια. Άλλες φορές είχα δίκιο κι άλλες άδικο, κάπου ήμουν καλή και κάπου αλλού κακιά, σε κάποιους φέρθηκα σωστά και σε κάποιους λάθος.
Ό, τι και να έκανα όμως, ήμουν εγώ. Δε ζήλεψα κανενός τον χαρακτήρα για να τον αντιγράψω, δεν προσποιήθηκα ποτέ κάτι που δεν είμαι, άρα είμαι αυτή η μοναδική σύνθεση που ακούει στο όνομα Νάντια.

Κι εκεί που αναπαυόμουν –στο δικό μου πλανήτη- πέρασες ανάμεσα απ’ τον κόσμο που ήταν μαζεμένος κι αμέσως εξαφανίστηκες. Σε είδα να περπατάς με το γνωστό παλικαρίσιο βήμα σου, είδα τη γνώριμη λάμψη στα μαλλιά σου. Σε είδα όμως; Ή ήταν κι αυτό μια ψευδαίσθηση; Τον τελευταίο καιρό ο πλανήτης μου είναι σκοτεινός κι έτσι δε μπορώ να είμαι σίγουρη ότι ήσουν εσύ. Η νύχτα παίζει ύπουλα παιχνίδια και δε μπόρεσα ποτέ ν’ ανταγωνιστώ οτιδήποτε ύπουλο.

Έμεινα σκεπτική για πολλή ώρα. Τι νόημα είχε όλο αυτό;

 

(αρχίζει ν’ αναπνέει με δυσφορία και κάνει μια προσπάθεια να μιλήσει ανοιγοκλείνοντας το στόμα της)

 

 (φωνάζοντας) Τίποτα! Δε δίνεται τίποτα!! Προσπάθησα πολλές φορές. Είσαι κομμάτι του εαυτού μου κι όσο μακριά κι αν πας εγώ θα σε κουβαλάω πάντα μέσα μου! Παραδίνομαι...!

 

Παύση

 

Θωμόπουλος (εμβρόντητος): … Τελειώσατε…;

 

Νάντια (ξαφνιασμένη): Εεε… ναι. Τώρα… τελείωσα.

 

(ο Θωμόπουλος, φανερά αμήχανος σηκώνεται κι αρχίζει να μαζεύει τα πράγματά του.)

 

Θωμόπουλος: Ωραία, ναι. Να φεύγω εγώ τώρα. Μη σας καθυστερώ άλλο.

 

Νάντια : Όπως θέλετε.

 

Θωμόπουλος : (κάνει χειραψία με τη Νάντια.) λοιπόν, σας ευχαριστώ πολύ. Ειλικρινά, αυτή τη συνέντευξη θα τη θυμάμαι για πάντα.

 

Νάντια: Είμαι σίγουρη… εγώ σας ευχαριστώ.

 

Θωμόπουλος : Καληνύχτα κ.Νικολάου.

 

(προχωράει προς την έξοδο)

 

Νάντια: κύριε Θωμόπουλε…

 

Θωμόπουλος : Ορίστε.

 

Νάντια: Τελικά, εκείνη την αυτοβιογραφία που λέγαμε….  Δε θα τη γράψω….

 

Θωμόπουλος : Μα, γιατί;

 

Νάντια: Γιατί… δυο ζωές δε φτάνουν.

 

(ο Θωμόπουλος χαμογελά και αποχωρεί)

ΤΕΛΟΣ


ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

Το www.theaterinfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στο θέατρο. Τα πάντα για το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, μια δημιουργία του www.internetinfo.gr.

INTERNETINFO © ΘΕΑΤΡΟ INFO.GR