ΑΜΛΕΤ Ο Β΄ Χαμός!
8/10/2006
Ας ομολογήσουμε ότι εμείς οι «πιο υποψιασμένοι»
θεατές, πηγαίνουμε αρνητικά προδιατεθειμένοι σε κωμωδίες-παρωδίες
και σάτιρες, που έχουν ανέβει για το ευρύτερο κοινό. Ας μην
ξεχνάμε όμως, ότι, όπως έλεγε και ο Μπρεχτ, το θέατρο είναι
πρώτα απ’όλα διασκέδαση!
Ο Άμλετ είναι το πιο γνωστό έργο του
Σαίξπηρ και έχει στοιχειώσει το φαντασιακό πολλών ανθρώπων
των γραμμάτων και της τέχνης. Πόσο θάρρος χρειάζεται για να
ανατρέψει κανείς τη βαριά σαιξπηρική ατμόσφαιρα και να παίξει
με τη γελοία πλευρά των χαρακτήρων; Το έργο, για όσους γνωρίζουν
εκ των προτέρων το μύθο του Άμλετ είναι απολαυστικό! Η υπόθεση
είναι τόσο επιδεικτικά απλουστευμένη, όπως θα την περιέγραφε
ένας κοινός άνθρωπος, και τα ελαττώματα όλων των χαρακτήρων
είναι τόσο υπερτονισμένα, πού δεν μπορεί παρά να βγει στη σκηνή
ένας θίασος σαιξπηρικών καρικατούρων. Ο Άμλετ είναι ένας αγαθούλης
φοβισμένος και μαμόθρευτος νεαρός, η τόσο εύθραυστη Οφηλία
έχει μεταμορφωθεί σε σεξομανή ναρκομανή που περιφέρεται και
αναστατώνει τους πάντες με τις άκαιρες εμφανίσεις της, οι Ρόζεγκραντς
και Γκίλντερστεν είναι δύο ψευτόμαγκες χαζούληδες, ενώ στη
σκηνή περιφέρεται το φάντασμα του πατέρα του Άμλετ, όσο γελοίο
μπορεί να το φανταστεί κανείς: ένας άνθρωπος με ένα σεντόνι
στο οποίο έχουν ανοίξει δυο τρύπες.
Η παράσταση παίζει διαρκώς με την εναλλαγή
μεταξύ θεατρικής σύμβασης και πραγματικότητας. Δεν είναι τυχαίο
που το κοινό έχει από την αρχή κύριο ρόλο στην έκβαση της παράστασης.
Βοηθάει στα σκηνικά, πετροβολάει τον βασιλιά, λέει κάποιες
ατάκες, είναι ένα ψέμα αυτό που θα παιχτεί και κανένας δεν
πρέπει και δεν πρόκειται να ταυτιστεί. Ο θίασος μπαίνει με
ένα παράγγελμα των ηθοποιών που έχουν κάνει τις συνεννοήσεις
με το κοινό. Αλλά και οι χαρακτήρες παραπαίουν ανάμεσα στον
ρόλο και τον πραγματικό τους εαυτό. Παραδείγματος χάρη ποιος
θυμώνει με τον θεατή Νίκο που του έχει κάνει ερωτική επίθεση
η Οφηλία-Έφη Μουρίκη; Ο Άμλετ- ερωτευμένος στο σαιξπηρικό πρωτότυπο
με την Οφηλία ή ο σύζυγος Βλαδίμηρος Κυριακίδης; Επίσης, το
κρεμασμένο από τους ιμάντες φάντασμα, θυμώνει με τη βλακεία
του γιου του ή θυμώνει ο ηθοποιός-φάντασμα επειδή ο Άμλετ-Βλαδίμηρος
Κυριακίδης αποφάσισε να αυτοσχεδιάσει επί μακρόν και άρχισε
να πονάει έτσι κρεμασμένος; Βλέπουμε επίσης κάποιους χαρακτήρες
να λένε ότι στην επόμενη παράσταση θα παίξουν καλύτερα το συγκεκριμένο
κομμάτι και να θυμηθούν να κάνουν πρόβα αύριο και την Γερτρούδη
να παρακαλά τον φωτιστή να κλείσει τα φώτα για να
τελειώσει η σκηνή. Γενικώς, όσον αφορά τους ηθοποιούς, μπορούμε
να πούμε ότι είναι όλοι αρκετά καλά κουρδισμένοι, αλλά εδώ
έχω και την πιο σοβαρή ένσταση στην παράσταση. Δεν έχουν δουλευτεί
αρκετά καλά οι χαρακτήρες, ώστε να διαφέρει το χιούμορ του
ενός από τον άλλον. Με τον ίδιο τρόπο που μας προκαλεί το γέλιο
ο Γκίντερστεν, μας προκαλεί ακριβώς και ο Άμλετ ή ο Κλαύδιος.
Είναι χαρακτήρες που έχουν δουλευτεί πάνω στο μοτίβο του «χαζούλη»,
αφελή, γκαφατζή τύπου. Ακραία γραφικός, αν και ξεκαρδιστικός
είναι και ο Λαέρτης, ένας κίναιδος που κουνιέται και τσιρίζει.
Κατά τα άλλα θεωρώ ότι η σκηνοθετική ματιά
του Βλαδίμηρου Κυριακίδη «έπαιξε» επαρκώς με τον σκηνικό χώρο,
χρησιμοποιώντας τον από τα παρασκήνια μέχρι το ταβάνι, ενώ
εξάπλωσε τους ηθοποιούς του σε όλη την αίθουσα, αναμειγνύοντάς
τους με το κοινό. Οι χορογραφίες και η μουσική που παρεμβάλλονται
κάνουν ακόμα πιο ευχάριστη και πιο θεότρελη την ατμόσφαιρα(καταπληκτική
η σκηνή με τους νεκροθάφτες αλά Stomp), ενώ οι φωτισμοί και
τα κοστούμια υπηρετούν σωστά την παράσταση, αν και όχι πολύ
πλούσια. Το θετικό στοιχείο είναι ότι ο σκηνοθέτης δεν αρκείται
μόνο στο κείμενο για να προκαλέσει το γέλιο. Εκτός από την
καλή εκμετάλλευση του χώρου, σατιρίζει τις σκηνικές λύσεις
επί Σαίξπηρ (βλ. ιμάντες) και την εκφορά του λόγου, την οποία
αποτυχημένα προσπαθούν να μιμηθούν οι ηθοποιοί για να είναι
συνεπείς με το δραματικό τους πρότυπο.
Η παράσταση αποτελεί σίγουρα μια καλή
πρόταση για ένα βράδυ με πολύ γέλιο, γέλιο ουσιαστικό και αιτιολογημένο
στο μεγαλύτερο μέρος του. Να αναφέρω ότι η παράσταση διακόπτεται
πολλές φορές από τα ξέφρενα γέλια των θεατών, κάποιες φορές
αντιλαμβάνεσαι και την προσπάθεια των ηθοποιών να μη γελάσουν
κι εκεί μπορεί κάποιος να υποψιαστεί το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού
μεταξύ τους. Εξαιτίας τούτου, δεν έχει και η παράσταση σταθερή
διάρκεια. Μπορώ να αναφέρω πολλές θεότρελες σκηνές της παράστασης,
αλλά θα πω μόνο για το τέλος της. Το θανατικό που πέφτει στο
παλάτι στο τέλος του Άμλετ γίνεται αφορμή για να προκληθεί
ένας χαμός στον Άμλετ τον β’. Πόρτες ανοίγουν και κλείνουν,
οι ηθοποιοί περιφέρονται παντού και χάνουν τη ζωή τους στα
πόδια και στις αγκαλιές (κατ’ επιλογήν!) των θεατών, ο Άμλετ
με ένα τόσο δα σπαθάκι μονομαχεί στον διάδρομο με τον Λαέρτη,
η Οφηλία το έχει σκάσει με κάποιον και το φάντασμα κοντεύει
να σκάσει από τη βλακεία των γύρω του! Χαμός!
Μάρθα Κοσκινά
Θέατρο Νέο Ριάλτο
Ταυτότητα της παράστασης:
Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία: Βλαδίμηρος Κυριακίδης
Σκηνικά- κοστούμια: Φλώρα Κουτσουμάνη
Μουσική: Διονύσης Τσακνής
Χορογραφίες: Ζελίνα Κιλίμη
Φωτισμοί: Paolo Scritto
Διδασκαλία κρουστών: Δημήτρης Μενούνος
Κλαύδιος: Χρήστος Κελαντώνης
Πολώνιος: Γιάννης Κοτσαρίνης
Άμλετ: Βλαδίμηρος Κυριακίδης
Οράτιος, νεκροθαύτης: Δημήτρης Μενούνος
Οφηλία: Έφη Μουρίκη
Ρόζενγκραντς: Γρηγόρης Ποιμενίδης
Λαέρτης, φάντασμα: Πάνος Σταθακόπουλος
Γερτρούδη: Ελένη Τζώρτζη
Γκίλντενστερν: Πρόδρομος Τοσουνίδης
Νεκροθάφτες: όλος ο θίασος