Χώρος Beckett
από την Άλμα
Κάλμα
Δυστυχώς δεν είδα παρά μόνο σε ψηφιακή
εγγραφή την παράσταση της Άλμα Κάλμα, σε σκηνοθετική διδασκαλία
του Γιάννη Μήτρου, «χώρος Beckett». Έτσι δεν έγινα μέτοχος
του «παρόντος» της χρόνου αλλά βίωσα τον χώρο της σε άλλο,
μεταγενέστερο χρόνο. Κατάσταση που ταιριάζει στον Beckett αλλά
και στη συγκεκριμένη σκηνική πραγμάτωση της Άλμα Κάλμα.
Τι Πού (πρωτότυπος τίτλος Quoi Ou ) και
Πώς να Πω (Comment dire). Αυτά τα δύο έργα του μεγάλου ποιητή,
το τελευταίο θεατρικό του το πρώτο, και το τελευταίο των κειμένων
του -1989-, ποίημα, το δεύτερο, αποτέλεσαν το δραματουργικό
υλικό του «χώρου Beckett».
Η παράσταση πραγματοποιήθηκε τρεις βραδιές
στη Θεσσαλονίκη στον υπόγειο χώρο της Πλεύσης στα πλαίσια του
πνευματικού Μάιου του 2002. Συμμετείχαν οι ηθοποιοί: Έλενα
Αγαθοκλέους, Μελίνα Βασιλειάδου, Μιχάλης Νικολαίδης και Εύα
Σωφρονίδου. Υπεύθυνη για το τεχνικό μέρος και τα σκηνική η
δημιουργική ομάδα αποτελούμενη από τους Γιάννη Καρυπίδη, Άκη
Κερσανίδη, Πάνο Νάνο, Μαρία Οικονόμου και Γιώργο Παπανικολάου.
Δεν θα μιλήσουμε εδώ για τα δυο αυτά έργα
του Beckett γιατί ο ενδιαφερόμενος εύκολα μπορεί να τα βρει
και να τα μελετήσει. Όμως οφείλουμε να μιλήσουμε για την «εμπειρία»
της σκηνικής τους πραγμάτωσης. Της Σάρκας και των Οστών του
μπεκετικού χωροχρόνου που η Άλμα Κάλμα προσέδωσε. Όπως άρμοζε.
Τι Πού
Παρτιτούρα μελετημένων, φαινομενικά μηχανικών,
και επαναληπτικών κινήσεων. Όπως ακριβώς και ο μπεκετικός λόγος.
Φαινομενικά μηχανικών. Πού όμως έλκονται από βαθύτατους μηχανισμούς
της ανθρώπινης ψυχής και αντανακλώνται στην ύλη: σώμα, φωνή.
Αυστηρή δομή, μηχανισμός, επαναληπτικότητα, σχεδιασμός, ακρίβεια.
Ύπαρξη- Μη Ύπαρξη. Κίνηση- Μη Κίνηση. Σκοτάδι- Φως. Ρυθμός.
Μουσική. Βίωμα. Στυλιζάρισμα. Φόρμα.
Ενσαρκωμένα και συνεπώς βιωμένα όλα αυτά
τα στοιχεία από τους ηθοποιούς της Άλμα Κάλμα, και στην αποκορύφωσή
τους στην σκηνική παρουσία της Έλενας Αγαθοκλέους, γεμίζουν
με στιγμές και ανάσες ζωής ή καταστροφής της ζωής την σκηνική
παρτιτούρα που ενώ δεν είναι η ακριβής εκείνη που υποδεικνύει
ο ίδιος ο Beckett –στην περίπτωση του Τι Πού- τελικά είναι
τουλάχιστον εξίσου «ακριβής» και οργανική. Ξεκινά από το κείμενο
και καταλήγει σε αυτό, διατυπώνοντας με καίρια ευστοχία την
συμπύκνωσή του σε μπεκετική σαφέστατα «δράση».
Ο σκηνικός χώρος:
Η σκηνή στο σκοτάδι. Μια οθόνη προβολής στα δεξιά επάνω δείχνει
ένα ποντίκι- πειραματόζωο στο κλουβί του. Προσπαθεί να απεγκλωβιστεί
ενώ πίσω του διακρίνεται μια κινηματογραφική μπομπίνα σε
λειτουργία. Βλέπουμε τα ίδια καρέ σε συνεχή επανάληψη. Ο
ίδιος επαναληπτικός βόμβος της μπομπίνας που γυρίζει και
του ποντικιού που τρίβει με μανία τα τοιχώματα του κελιού
του προσπαθώντας να βγει στον έξω κόσμο σηματοδοτεί την εκκίνηση
και θα συνοδεύσει όλη τη «δράση» σηματοδοτώντας και την κατάργησή
της. Είναι η Φ. Που ο συγγραφέας θέλει να έχει τη μορφή τηλεβόα
στο ύψος κανονικού ανθρώπου. Ο Μήτρου όμως την μετατρέπει
σε πείραμα, εγκλεισμό, επανάληψη, πάλη της ζωής για να ζήσει,
αδυναμία της ζωής να επιβιώσει «κανονικά», έλλειψη φυσικού
περιβάλλοντος. Και συγχρόνως λειτουργεί ως ισοκράτης και
ως χρονόμετρο. Μετρονόμος που μετρά τις επαναλαμβανόμενες
πράξεις της καθημερινότητας. Μέσο που ελέγχει τις κινήσεις
των προσώπων-ηθοποιών και τους κουρντίζει σε μια ολοσχερή
αυτοματοποίηση. Και Φωνή. Η «τονισμένα» άτονη Φωνή του σκηνοθέτη
είναι ο τηλεβόας.
Τα πρόσωπα του έργου- ηθοποιοί μαριονέτες- δεμένοι με σκοινιά
από τα κεφάλια τους. Και να ένας σημειολογικά ενδιαφέρον
συσχετισμός της σκηνικής πραγμάτωσης με τον μπεκετικό λόγο`
η σκέψη υπόδουλη σε περιορισμό, η ύπαρξη εξαρτάται άμεσα
και μόνο από τη σκέψη, αυτή πρωτίστως μας δεσμεύει και μόνο
αυτή μας απελευθερώνει. Μπορούν να κινηθούν μέσα σε συγκεκριμένα
πλαίσια. Μέχρι ενός ορίου. Δεν ξεπερνιέται. Έως και καταργείται.
Οι κινήσεις τους μηχανικές, αναγωγή στη βιομηχανική του Μέγιερχολντ
και την υπερμαριονέτα του Κρέγκ, χορογραφημένες μέχρι τελευταίας
λεπτομέρειας γίνονται κανάλια διοχέτευσης νοήματος και ενέργειας.
Τα πρόσωπα- μάσκες φυσικές, αναγωγή στη μάσκα του Γκροτόφκσι,
οι φωνές ελεγχόμενες εκφέρουν τον «μονότονο» λόγο του Beckett
μονότονα, αυτοματοποιημένα. Φωνές που βγαίνουν από τα συγκεκριμένα
πρόσωπα και τις συγκεκριμένες «δράσεις» τους. Τα πρόσωπα
αυτά βρίσκονται σε αντίστιξη. Οι υπάρξεις σε αντίστιξη. Οι
κινήσεις τους στο χώρο αλλά και τα μοτίβα των προσωπικών
τους κινήσεων σε διαρκή αντίστιξη και
εναλλαγή. Με τρόπο ώστε η ροή να είναι συνεχής, όπως ακριβώς
του κειμένου. Με τρόπο ώστε η επανάληψη να εγκυμονεί παλιρροϊκά
κύματα. Που ακυρώνονται μόλις γεννηθούν. Βγαίνουν από το
σκοτάδι και στο σκοτάδι ξαναβυθίζονται.
Αυτή η ροή δεν προκύπτει από μια γραμμικά
σημαινόμενη δράση. Η αφαίρεση του μπεκετικού λόγου οδηγεί σε
μη γραμμικά βιώματα. Η ακραία επανάληψη είναι αυτή που γεννά
τον ζωντανό οργανισμό της performance, ένα σύστημα που ανοίγει,
ολοένα και ανοίγει, μέχρι την κατάργησή του.
Στη σύνθεση αυτή των κινήσεων και των
μικροδομών συντάσσεται με τον δέοντα τρόπο το λιτό και λειτουργικά
οργανικό σκηνικό της παράστασης. Νήματα- σκοινιά καθέτως ριγμένα
από την οροφή προς τα κάτω οριοθετούν με έναν υπαινικτικό τρόπο
τον χώρο των δρώντων προσώπων- ηθοποιών από εκείνο των θεατών.
Οι φωτισμοί λυτοί και εύστοχοι ακολουθούν την παρτιτούρα του
Beckett αλλά και του Μήτρου.
Ένας οργανισμός που βρυχάται και αναπνέει στην προσπάθειά του
να ζήσει, να απελευθερωθεί, όπως το εγκλωβισμένο ποντίκι, όλη
η performance. Τοπίο εσωτερικό, πνιγηρό αλλά ζωντανό. Ξεκάθαρο.
Δεν υπαινίσσεται. Υπάρχει. Είναι.
Πώς να πω
Ένα προσωπικό ποίημα της Έλενας, αποκύημα
εργασίας πάνω σε μια σειρά βιωματικών μικροσυμπτωμάτων γύρω
από το θέμα «εγκλωβισμός», που συνετέθησαν σε δυναμική φόρμα,
δομή αυστηρή, αυστηρότατο κράτημα ρυθμού σε κάθε μυϊκή σύσπαση
και κάθε μικρότερη ή μεγαλύτερη κίνηση. Ακριβέστατη παρτιτούρα
όπου δε χωράει καμία παρείσφρηση ξένου στοιχείου. Σάρκινο πρόπλασμα
που δονείται από τον ψυχισμό του και σταδιακά ζωντανεύει μέχρι
την τελική του πτώση και συνακόλουθη κατάρρευση. Και εκεί στην
πτώση «γεννιέται» ο λόγος του ποιητή. Και όσο η σωματική κατάρρευση
μεγαλώνει τόσο ο λόγος γίνεται έντονος καταλήγοντας σε ένα
εμφατικό accelerando με παράλληλο crescendo. Και πάλι το σώμα
σταδιακά ορθώνεται με συνοδεία σκοτεινής, υποχθόνιας ηλεκτρονικής
μουσικής, για να πάρει πάλι την όρθια μορφή του πλαστικού προπλάσματος.
Video Art προβάλλεται στην οθόνη και η μουσική συνεχίζει παρέχοντας
στους θεατές τον χώρο και τον χρόνο της μετάβασής τους στον
εκτός «χώρου Beckett» χώρο.
Performance- τελετουργία με δομή κλασική,
χαρακτήρα μυητικό και μεθοριακή υπόσταση.
Τεχνική αρτιότητα που μαρτυρά την ερευνητική
δουλειά του Γιάννη Μήτρου και της Άλμα Κάλμα και που για τον
μέσο έλληνα θεατή οδηγεί στο ερώτημα «Τι; Πού;»… Κι όμως… Εδώ,
στη Θεσσαλονίκη…Αγαπητοί της τέχνης και του θεάτρου ειδήμονες…Κι
αν ήταν στο Παρίσι ή στη Μαδρίτη θα ήταν σίγουρα αλλιώς… Και
στη Ρωσία και στη Γεωργία ακόμη και πάλι αλλιώς… Τέτοιες δουλειές
στη χώρα μας όμως δε βρίσκουν στήριξη από πουθενά… Κρίμα..
«Πώς να πω»…
Μίτση Μαυρίδου
ΧΩΡΟΣ BECKETT