Ερρίκος ο Δ΄
Του Λουίτζι Πιραντέλλο Σκηνοθεσία
Δημήτρης Μαυρίκιος

Με μια διεισδυτική ματιά ο Δημήτρης Μαυρίκιος
, έμπειρος γνώστης του Πιραντέλλο και των έργων του που έχει
ανεβάσει κατά καιρούς , έστησε φέτος την σκηνή του Κοτοπούλη-Ρεξ
(Εθνικό Θέατρο) μια παράσταση υψηλής αισθητικής και ποιοτικής
αίγλης που σηματοδοτείται από μια εντυπωσιακή εικονοπλασία
στα σκηνικά που έγιναν από τον Δ. Φωτόπουλο μαζί με την υποβλητική
επική μουσική (Στάθης Σκουρόπουλος ) και βίντεο ντοκουμέντα
( Νάνσυ Μπινιαδάκη). Το έργο είναι επίσης έντονα επηρεασμένο,
και
γι’ αυτό αυτοβιογραφικό
, από το προσωπικό δράμα του συγγραφέα αφού το έγραψε το 1921
λίγο μετά τον εγκλεισμό της γυναίκας του σε ψυχιατρείο. Το
γεγονός αυτό βάζει τον Πιραντέλλο σε μια μοιραία σπουδή της
τρέλας έχοντας από τότε μια μόνιμη σκιά πόνου στη ζωή του.
Πρόκληση και πειραματισμός λοιπόν για τον Δ. Μαυρίκιο και
κάθε σκηνοθέτη από το δύσκολο έργο έφτασε στη σημερινή
του εκδοχή μετά από ένα work in progress
που ξεκίνησε την άνοιξη του 2006 και παίχτηκε στην πρώτη του μορφή το καλοκαίρι
του ίδιου χρόνου στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών με λιγότερο πλούτο ιδεών
και αισθητικών παρεμβάσεων από την τωρινή , ελαφρά
υπερφίαλη εκδοχή που πιθανόν
να μπερδεύει χωρίς καθαρές δομές , το μέσο θεατή.
Στην έναρξη της παράστασης σχεδόν ανατριχιαστική , στην ακρίβεια της σπαρακτική
της κίνησης η κ. Αλέκα παίζει ως έγκλειστη γυναίκα του Πιραντέλλο δίνει το
στίγμα του έργου όπως και στις υπόλοιπες εμβόλιμες σκηνές που εμφανίζεται.
Η ιστορία του <<Ερρίκου του Δ΄>> είναι
άκρως συναρπαστική. Μετά απο ένα καρναβαλλίστικο παιχνίδι ρόλων μιας παρέας
φίλων στους αγρούς της Ιταλίας, ο ήρωας του έργου πέφτει απ’ το άλογο του και
τραυματίζεται στο κεφάλι ενώ παριστάνει τον βασιλιά Ερρίκο τον Δ΄. που έζησε
στη Γερμανία τον 11ο αιώνα. Μετά το ατύχημα ζει για 20 χρόνια σε μια έμμονη
τρέλα να είναι ο Ερρίκος ο Δ΄ αναγκάζοντας την αδελφή του να μετατρέψει την
εξοχική της έπαυλη σ’ ένα μόνιμο θεατρικό σκηνικό πληρώνοντας προσωπικό για
να παίζει συνεχώς τους ακόλουθους του βασιλιά αδερφού της .
Ιδιαίτερο μέλος αυτής της αυλής είναι ο ηλικιωμένος παιδαγωγός
του Ερρίκου ως συμπαθητική φιγούρα στα όρια της συγκίνησης
που ερμηνεύεται με μια γνήσια
επίφαση ανθρωπιάς από τον έμπειρο Γ. Βογιατζή.
Και ενώ δοκιμάζονται δύο νέοι ηθοποιοί για να στήσουν μια σκηνή του έργου
, ο ανιψιός του ήρωα μηχανεύεται και εκτελεί ένα σχέδιο για να επαναφέρει
τον
Ερρίκο στην πραγματική ζωή. Εμφανίζει μεταμφιεσμένο σε άσημο μοναχό τον
φίλο του σε εκείνο το παιχνίδι ρόλων που προκάλεσε το ατύχημα και την αδερφοί
του ως βασίλισσα στη σκηνή που θα στηθεί με απώτερο σκοπό να εμφανίζει
εμπρός
του
και την κοπέλα που αγαπούσε πριν 20 χρόνια ο ήρωας του έργου.
Τότε ο Ερρίκος αποκαλύπτει με σαρωτικούς ρυθμούς ότι τα τελευταία οκτώ
χρόνια συνήλθε από την όποια τρέλα του αλλά συνέχιζε να παίζει τον Ερρίκο
τον Δ΄
αφού έτσι βρήκε ένα νόημα και ένα προσωρινό καταφύγιο στην άδεια και διαλυμένη
ζωή
του. Κατηγορεί συγχρόνως τον φίλο του , που ερμηνεύεται με μια σωστή δόση
κυνισμού από την επιβλητική σκηνική παρουσία του Αιμίλιου Χειλάκη , εκφράζοντας
έτσι
την ασχήμια της πραγματικής ζωής των πλούσιων αστών στην ιταλική κοινωνία
ότι προκάλεσε το ατύχημα και συμβολικά την πνίγει με τον μανδύα του. Η
ανατροπή αυτή στην ροή του έργου δεν «γράφει» καθαρά ως τέτοια στην συγκεκριμένη
σκηνοθεσία
σύμφωνα με γνώμες πολλών θεατών.
Στο ρόλο της αδελφής του «Ερρίκου» η Όλια Λαζαρίδου καταθέτει
με επιτυχία μια συγκαταβατική και αγαθή προσωπικότητα
καλύπτοντας το πραγματικό «εγώ»
της γεμάτο
απορημένα και ανασφάλειες .
Οι υπόλοιποι νέοι ηθοποιοί , ως ακόλουθοι ερμηνεύουν συμπαθητικά τους
ρόλους τους κρατώντας αβίαστα μια γοητεία αρρενωπότητας, θιασώτες και
υπηρέτες
μαζί του βασιλιά τους με μια υπόγεια τάση να υμνήσουν την τρέλα του θεάτρου
στην
πιο αγνή του διάσταση. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή γίνονται ακόμα και
μαϊμούδες για να υπακούσουν στο δαιμόνιο πνεύμα του «Ερρίκου» τους.
Τέλος ο πρωταγωνιστικός ρόλος ερμηνεύεται με μια σωστή δυναμική από τον
Ν. Καραθάνο όταν δε κραυγάζει τον ρόλο του σε λίγες ευτυχώς στιγμές.
Το παίξιμο
του παραπέμπει διαχρονικά σε ήρωες αρχαίας τραγωδίας αν και ντύνεται
με τα κοστούμια ενός ιδιότυπου καρναβαλιού και έναν μανδύα αυλαίας θεάτρου.
Ως κύριο χαρακτηριστικό της όλης σκηνοθετικής γραμμής του Δ. Μαυρίκιου
σε όλες τις δουλειές του κυριαρχεί στην παράσταση μια πληθώρα συμβόλων
από αισθησιακούς
πίνακες με αναγεννησιακές γυναικείες μορφές, άνθρωποι-κούκλες που κρέμονται
πάνω από τις καρέκλες του θεάτρου-σκηνικού που υποβάλλει με μια ποιητική
διάσταση
των θεατή αποθεώνοντας στην ουσία το θέατρο μέσα στο θέατρο που στοιχειώνει
την ύπαρξη μέσα από τον καθρέπτη των προσωπείων της φτάνοντας την στα
όρια μιας δημιουργικής τρέλας . Σε αυτή την ατμόσφαιρα ξεγυμνώνεται ταπεινωτικά
ο ήρωας μας εκφράζοντας ελεύθερα τις πραγματικές του επιθυμίες για τις
μικρές , πολύτιμες χαρές της ζωής που δεν γεύτηκε, κόντρα σε κάθε παθογόνο
εγκλεισμό
σ’ ένα κόσμο-ψυχιατρείο.
Έτσι ο θεατής μέσα από αυτό το έργο αν και μπερδεμένος
από τόσα ποικίλα και δυνατά ερεθίσματα, καλείται να
δεχθεί όλη την φιλοσοφία του Πιραντέλλο
για
το θέατρο και τον άνθρωπο μέσα από το πάθος του «Ερρίκου» που αντικρίζει
ψυχρά την φλόγα της τρέλας του αμφισβητώντας συνεχώς τον εαυτό του
στην κορύφωση του ρόλου του.
Συμπερασματικά ο Πιραντέλλο ως επαναστάτης ψυχαναλυτής είχε το μεγαλείο
να είναι ευγενικός παρατηρητής και θεατής τον ανθρώπων ανιχνεύοντας
μαγικά τα
«προσωπεία» τους ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι των πραγμάτων παρασύροντας
με τα έργα του σ’ αυτό το μοναδικό παιχνίδι της πιο γνήσιας δραματοθεραπείας
σκηνοθέτες , ηθοποιούς και θεατές να γίνουν «κοινωνοί του».Πόσο εύκολα
άραγε ; Κάπου εκεί κρύβεται και η αξία του θεάτρου ως μέσο αληθινής
ψυχαγωγίας σε ένα κόσμο υποκριτικής ευτυχίας και εφήμερων φτηνών απολαύσεων
που
καλύπτουν επιδερμικά τον χαμένο μας χρόνο.
Η ταυτότητα της παράστασης
ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
« ΕΡΡΙΚΟΣ Δ’ »
του Λουίτζι Πιραντέλλο
Μετάφραση –Διασκευή –Σκηνοθεσία : Δημήτρης Μαυρίκιος
Σκηνικά – Κοστούμια : Διονύσης Φωτόπουλος
Μουσική : Στάθης Σκουρόπουλος
Κινησιολογία - Χορογραφία : Αποστολία Παπαδαμάκη
Φωτισμοί : Λευτέρης Παυλόπουλος
Κινηματογραφικά : Νάνσυ Μπινιαδάκη
Μουσική Διδασκαλία : Μελίνα Παιονίδου
Βοηθοί Σκηνοθέτη : Μαρία Βαρδάκα – Μανώλης Δούνιας
Διανομή
(με σειρά εμφάνισης)
Αντονιέττα Πιραντέλλο :Αλέκα Παϊζη
Ερρίκος Δ :Νίκος Καραθάνος
Ματθίλδη :Όλια Λαζαρίδου
Μπελκρέντι :Αιμίλιος Χειλάκης
Παιδαγωγός του Ερρίκου :Γιάννης Βογιατζής
Ντι Νόλι :Γιάννης Κότσιφας
Φρίντα :Ευγενία Δημητροπούλου
Λανδόλφος :Κοσμάς Φοντούκης
Αριάλδος : Χάρης Βορκάς
Ορδούλφος :Ιπποκράτης Δελβερούδης
Βερθόλδος : Δημήτρης Κερεστετζής
Ούγος του Κλουνί :Μανώλης Δούνιας
Πρώτος Χορευτής :Θανάσης Ιωάννου
Βιγλάτορας : Γιώργος Οικονόμου
Τροβαδούρος Α :Δημήτρης Πακσόγλου
Τροβαδούρος Β :Νίκος Καραγκιαούρης
Υπασπιστής Α :Περικλής Ασημακόπουλος
Υπασπιστής Β :Χρήστος Θεοδωρίδης
Ακόλουθος Α :Άγγελος Καλίνογλου
Ακόλουθος Β :Βασίλης Βελούδος
ΕΡΡΙΚΟΣ Δ’